Article of Dr. Kostas Andriosopoulos | Newspaper "Peloponissos"

Η Ελλάδα τείνει να υιοθετήσει ένα φιλόδοξο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, το οποίο σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Yπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, θα υπερκαλύψει τους στόχους για το 2030, ενώ θα επιφέρει και 32 δισ. ευρώ επενδύσεις. Πράγματι, οι παράμετροι του σχεδίου δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητες: προβλέπεται αναδιάρθρωση του ενεργειακού μίγματος της χώρας μέχρι το 2030, με αύξηση συμμετοχής των ΑΠΕ (στο 32% της συνολικής κατανάλωσης, που συνεπάγεται 57% στην παραγωγή ενέργειας από 29% σήμερα), περιορισμός του ειδικού βάρους του λιγνίτη και αξιοποίηση του φυσικού αερίου ως σταθεροποιητικό παράγοντα για τη μεταβατική περίοδο.

 

Article of Dr. Kostas Andriosopoulos | Newspaper "Peloponissos"

Η εξοικονόμηση ενέργειας αποτελεί βασικό πυλώνα για πλήθος κλάδων της οικονομίας, με στόχο να επιτυγχάνεται ένας πολύ φιλόδοξος στόχος, 1,5% σε ετήσια βάση, ενώ υιοθετούνται μέτρα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας. Υπάρχει όμως ένας «αστερίσκος». 

Μέχρι το 2030 η ενεργειακή εξάρτηση αναμένεται να μειωθεί από το 74% περίπου που είναι σήμερα στο 68%. Ένα ποσοστό αρκετά μικρό, το οποίο «σφραγίζει» την εξάρτηση της χώρας από τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τις κινήσεις της στη διπλωματική σκακιέρα.

Η Ελλάδα εισάγει περίπου το 100% όσον αφορά στις ανάγκες της σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ενώ η Ευρώπη στο σύνολό της εισάγει φυσικό αέριο από τρίτες χώρες σε ποσοστό που φθάνει το 70%. Αυτό σημαίνει ότι για να μειωθεί η ενεργειακή της εξάρτηση πρέπει, πρώτον, να παράξει ενέργεια για να καλύψει ένα μέρος των εγχώριων αναγκών και δεύτερον, να αυξήσει τις πηγές εφοδιασμού και οδεύσεων ώστε να έχει πάντα εναλλακτικές λύσεις.

Η πρώτη προοπτική, εκείνη τη παραγωγής έχει μπει σε ένα νέο πλαίσιο καθώς ήδη έχουν τεθεί οι βάσεις τόσο για την έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων (σε Κρήτη, Ιόνιο, Πρίνο, Πατραϊκό κλπ), ενώ νέες πολιτικές δημιουργούν ένα πιο «στιβαρό» πλαίσιο για παραγωγή ενέργειας με τη χρήση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας ενώ προχωρά-με πιο αργά βήματα σε σχέση με το εξωτερικό-και το θέμα της αποθήκευσης ενέργειας.

Οι εγχώριες ενεργειακές ανάγκες καλύπτονται σε μεγάλο βαθμό από το λιγνίτη και σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια επιχειρείται περιορισμός του λιγνίτη στο 17%, κάτι που σημαίνει ότι ουσιαστικά ένα εγχώριο και προσιτό καύσιμο θα πρέπει να αντικατασταθεί από άλλα-εισαγόμενα-όπως είναι το φυσικό αέριο.

Η χρήση του «μεταβατικού» αυτού καυσίμου, όπως πολλοί το ονομάζουν, διευρύνεται σημαντικά και στην Ελλάδα. H αύξηση διείσδυσής του υπερβαίνει το 137% φέτος σε σύγκριση με τα επίπεδα της προηγούμενης πενταετίας, ενώ το δίκτυο διευρύνεται, με στόχο να φθάσει σε 40 πόλεις (συμπεριλαμβανομένης και της Πάτρας). Αυτό σίγουρα θα λύσει ένα μέρος του προβλήματος.

Η πολλαπλότητα των οδεύσεων αποτελεί ένα ακόμη συγκριτικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα καθώς αποτελεί χώρα διέλευσης μεγάλων αγωγών, όπως είναι ο IGB, ο TAP, o σχεδιαζόμενος East Med κλπ.

Ο εξηλεκτρισμός του ενεργειακού συστήματος σε συνδυασμό με τις ΑΠΕ θα αποτελέσουν τη νέα κινητήριο δύναμη, προκειμένου η Ελλάδα να βρει την ενεργειακή της ισορροπία και να αξιοποιήσει όλες τις παραμέτρους για περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη.

 

Ο Δρ. Κώστας Ανδριοσόπουλος είναι καθηγητής, Διευθυντής στο Ερευνητικό Κέντρο Ενεργειακής Διοίκησης στο ESCP Europe Business School του Λονδίνου, όπου και κατέχει την έδρα καθηγητή Χρηματοοικονομικών και Ενεργειακής Οικονομίας, καθώς επίσης και Πρόεδρος της Ελληνικής Δεξαμενής Σκέψης για την Ενεργειακή Οικονομία (Hellenic Association for Energy Economics).